| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| agent provocateur | (secret agent) | προβοκάτορας ουσ αρσ/θηλ |
| | (ποινικό δίκαιο) | προβοκάτορας ηθικός αυτουργός φρ ως ουσ αρσ |
| | | όργανο προκαλούν φρ ως ουσ ουδ |
| agent-general n | (English government: representative) | εκπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ |
| | | αντιπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ |
| agent-general n | (chief representative) | εκπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ |
| | | γενικός αντιπρόσωπος επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| booking agent n | ([sb]: takes reservations) | κάποιος που κάνει κρατήσεις περίφρ |
| booking agent n | (for performers) | ατζέντης ουσ αρσ |
| | Booking agents find galleries for artists and runway shows for fashion models. |
| | Οι ατζέντηδες βρίσκουν γκαλερί για εικαστικούς καλλιτέχνες και ντεφιλέ μόδας για μοντέλα. |
| cleaning agent n | (substance that cleans) | καθαριστικό προΐόν ουσ ουδ |
| | Supermarkets stock a bewildering range of cleaning agents, from old-fashioned soap to the latest detergent. |
| collection agent n | (debt collector) | συλλέκτης χρεών ουσ αρσ |
| customs agent n | (officer who checks imports) | τελωνειακός επίθ ως ουσ αρσ/θηλ |
| | | τελωνειακός υπάλληλος επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | At the airport, a customs agent checked our suitcases. |
| customs agent n | (importer's representative) | εκτελωνιστής, εκτελωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | The customs agent knew all the regulations about importing goods into the country. |
| double agent n | (government spy) (κατάσκοπος της κυβέρνησης) | διπλός πράκτορας ουσ αρσ |
| | | διπλή πράκτορας ουσ θηλ |
| | We didn't know that our spy was a double agent, also working for our enemy. |
| escrow agent n | (person: holds money for [sb] else) (συνήθως για κληρονομικά στοιχεία) | καταπιστευματοδόχος ουσ αρσ/θηλ |
| | | μεσεγγυητής, μεσεγγυήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| estate agent n | UK (sells homes, property) | κτηματομεσίτης, κτηματομεσίτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | If you want to be an estate agent, you should first do a course on how to sell property. |
| | Αν θέλεις να γίνεις κτηματομεσίτης, πρέπει πρώτα να παρακολουθήσεις ένα σεμινάριο για τους τρόπους πώλησης ακινήτων. |
| forwarding agent n | (goods delivery) | μεταφορέας ουσ αρσ |
| | | πράκτορας διαμετακόμισης φρ ως ουσ αρσ |
| free agent n | ([sb] independent) (μεταφορικά) | ελεύθερο πουλί ουσ ουδ |
| free agent n | (sports: non-contract player) (αθλητικά) | παίκτης χωρίς συμβόλαιο ουσ αρσ |
| | His contract with the Yankees has expired so now he's a free agent. |
| glazing agent n | (substance used to varnish) | στιλβωτικό ουσ ουδ |
| | | υλικό γλασαρίσματος περίφρ |
| insurance agent n | ([sb] who sells insurance policies) | ασφαλιστής ουσ αρσ |
| | I needed to update my policy so I called my insurance agent. |
jelling agent, gelling agent n | (ingredient used to thicken and set) | συστατικό το οποίο βοηθά να δέσει μία σάλτσα ουσ ουδ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Το ρήμα δένω έχει μεταφορική σημασία. |
licensing agent (US), licencing agent (UK) n | (grants authorization) | υπηρεσία αδειοδότησης φρ ως ουσ θηλ |
| polluting agent n | (substance that contaminates) | ρυπαντική ουσία ουσ θηλ |
| | The polluting agent in the river turned out to be chlorine from the laundry service. |
| press agent n | (public relations manager) | εκπρόσωπος τύπου φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| | The actor's press agent has just released a statement. |
real estate agent, real-estate agent n | (sells homes, property) | μεσίτης, κτηματομεσίτης ουσ αρσ |
| | The real estate agent showed us a lot of houses before we found the perfect one. |
| | Ο μεσίτης μας έδειξε αρκετά σπίτια πριν βρούμε το τέλειο σπίτι. |
| release agent n | (chemical lubricant) | αντικολλητικό ουσ ουδ |
| | | μέσο αποδέσμευσης φρ ως ουσ ουδ |
| | This release agent is specially designed for use in baking. |
| sales agent n | (commercial representative) | αντιπρόσωπος πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ/θηλ |
| secret agent n | (spy) | μυστικός πράκτορας, κατάσκοπος ουσ αρσ |
| special agent n | (government investigator) | ελεγκτής της κυβέρνησης έκφρ |
| | The special agent stepped off the plane in Miami. |
| special agent n | (spy) | μυστικός πράκτορας, κατάσκοπος έκφρ |
sport agent, sports agent n | (sportsperson's manager) | αθλητικός μάνατζερ επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | (για αθλητές) | ατζέντης, ατζέντισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| ticket agent n | (business that sells tickets) | ταξιδιωτικό γραφείο φρ ως ουσ ουδ |
| | A ticket agent can help you arrange your trip to Asia. |
| | I'll see if the ticket agent has anything suitable. |
| | Ένα ταξιδιωτικό γραφείο μπορεί να σε βοηθήσει να κανονίσεις το ταξίδι σου στην Ασία. // Θα δω αν το ταξιδιωτικό γραφείο έχει κάτι κατάλληλο. |
| travel agent n | (company that sells holidays) | ταξιδιωτικό πρακτορείο ουσ ουδ |
| | I always book my holidays at the same travel agent. |
| | Πάντα κλείνω τις διακοπές μου στο ίδιο ταξιδιωτικό γραφείο. |
| travel agent n | ([sb] employed to sell holidays) | ταξιδιωτικός πράκτορας ουσ αρσ |
| | The travel agent sold us a vacation to Bermuda. |
| | Ο ταξιδιωτικός πράκτορας μας πούλησε ένα πακέτο διακοπών στις Βερμούδες. |